Χαβάης

Χαβάης
νησιά τα Гавайские о-ва

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "Χαβάης" в других словарях:

  • Χαβάης, νησιά — (Hawaiian Islands). Αρχιπέλαγος του βόρειου Ειρηνικού, το πιο απομονωμένο από εκείνα που αφθονούν στον ωκεανό αυτόν. Αποτελείται από μια σειρά νησιών που βρίσκονται στον τροπικό του Καρκίνου, σε μια υφαλοκρηπίδα με διεύθυνση ΒΔ ΝΑ· πολιτικά, το… …   Dictionary of Greek

  • Κιλαουέα — (Kilauea). Ενεργό ηφαίστειο (υψόμ. 1.222 μ.) της Χαβάης, κωνικού σχήματος, ένα από τα ηφαίστεια με τη μεγαλύτερη δραστηριότητα στον κόσμο. Ο κρατήρας του σχηματίστηκε από μία έκρηξη το 1790, έχει διάμετρο 4,5 χλμ. και βάθος περίπου 230 μ. Κοντά… …   Dictionary of Greek

  • Χαβανέζος — ο, θηλ. Χαβανέζα, Ν 1. ο κάτοικος τής Χαβάης ή αυτός που κατάγεται από τη Χαβάη, Αβανέζος 2. στον πληθ. οι Χαβανέζοι εθνολ. ο ιθαγενής πληθυσμός τής Χαβάης. [ΕΤΥΜΟΛ. < Χαβάη + κατάλ. έζος (πρβλ. Κιν έζος)] …   Dictionary of Greek

  • Ωκεανία — Με αυτόν τον όρο χαρακτηρίζεται ολόκληρος ο νησιωτικός κόσμος που βρίσκεται στον Ειρηνικό ωκεανό, εκτείνεται προς Α των νησιωτικών συγκροτημάτων της ανατολικής Ασίας, της Νέας Γουινέας και της Αυστραλίας και προς Δ των νησιών του ανατολικού… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • ανανάς — Μονοκοτυλήδονο φυτό της οικογένειας των βρομελιδών, ιθαγενές της τροπικής Νότιας Αμερικής. Είναι μεγάλη πολυετής πόα και έχει πολύ μικρό βλαστό, με θυσανοειδή ρόδακα, από μακριά και σαρκώδη φύλλα, με χείλη οδοντωτά και αγκαθωτά. Από το κέντρο του …   Dictionary of Greek

  • θαλαμηγός — Σκάφη διαφόρων τύπων, από τους μικρούς ιστιοφόρους κέρκουρους έως τα πολυτελή ιστιοφόρα και ντιζελοκίνητα σκάφη ψυχαγωγίας. Συνηθέστερα ονομάζονται γιοτ, από την αγγλική ονομασία yαcht. Μια θ. με πανιά εφοδιάζεται συνήθως και με βοηθητική μηχανή …   Dictionary of Greek

  • κόσμημα — Στοιχείο διακόσμησης που χρησιμοποιείται για να προσθέσει κάλλος και κομψότητα, χωρίς να παρουσιάζει ιδιαίτερα πρακτική χρησιμότητα. εθνολογία και λαϊκός πολιτισμός. Το κ. αποτελεί στοιχείο που προστίθεται για να διακοσμήσει τα εργαλεία, τα σκεύη …   Dictionary of Greek

  • λάβα — Μάγμα που χύνεται πάνω στη γήινη επιφάνεια από τους ηφαιστειακούς αγωγούς. Πρόκειται για λειωμένη μάζα, που παρουσιάζει μια σχετική ρευστότητα, εξαρτώμενη είτε από τη θερμοκρασία είτε από τη χημική της σύσταση. Ο όρος λ. χρησιμοποιείται ακόμη για …   Dictionary of Greek

  • λαβά — Μάγμα που χύνεται πάνω στη γήινη επιφάνεια από τους ηφαιστειακούς αγωγούς. Πρόκειται για λειωμένη μάζα, που παρουσιάζει μια σχετική ρευστότητα, εξαρτώμενη είτε από τη θερμοκρασία είτε από τη χημική της σύσταση. Ο όρος λ. χρησιμοποιείται ακόμη για …   Dictionary of Greek

  • παχόεχοε — άκλ. φρ. «παχόεχοε λάβα» γεωλ. η σχοινόμορφη λάβα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. pahoehoe, λ. τής γλώσσας τής Χαβάης] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»